Kevin De Bruyne: Η ήρεμη δύναμη της τελειότητας και η ποίηση της πάσας
Με αφορμή την αποχώρησή του από τη Manchester City, ο Kevin De Bruyne κλείνει έναν θρόισμα δεκαετίας που άλλαξε τον ρου της ιστορίας της ομάδας. Από το Etihad ως η απόλυτη κινητήρια δύναμη, ο Βέλγος μέσος αφήνει πίσω του ένα κληροδότημα γεμάτο εξαιρετικές ασίστ και ανεπανάληπτες στιγμές.
- 5 ΑΠΡ 2025
Για μια δεκαετία, ο Kevin De Bruyne δεν ήταν απλώς η καρδιά της Manchester City: ήταν η συνείδησή της. Από τη στιγμή που πάτησε το χορτάρι του Etihad το 2015, κουβαλώντας τη ρετσινιά του «αποτυχημένου της Τσέλσι», μέχρι την ώρα της αποχώρησής του το 2025, ο Βέλγος μέσος έγραψε μια ποδοσφαιρική εποποιία που άγγιξε τα όρια του θρύλου.
Ο De Bruyne δεν ήταν ποτέ το πιο ηχηρό όνομα. Δεν του ταίριαζε άλλωστε. Ήταν από αυτούς που δεν χρειάζονται βαρύγδουπες δηλώσεις ή εξώφυλλα περιοδικών για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Το παιχνίδι του ήταν η απάντηση σε κάθε αμφισβήτηση. Δεν είχε το αλά Τhor παρουσιαστικό ενός Haaland, ούτε τη φανταχτερή αύρα ενός Neymar. Ήταν όμως ο παίκτης που, όταν και όσο κρατούσε την μπάλα στα πόδια, οι συμπαίκτες του γνώριζαν πως κάτι καλό θα συμβεί.
Ήταν η ήρεμη δύναμη που μετουσίωνε την ιδέα του Pep Guardiola για το παιχνίδι της θέσης σε σαρκοβόρα ακρίβεια και ρυθμό δολοφόνου.
Με 106 γκολ και 174 ασίστ σε 413 εμφανίσεις, ο De Bruyne δεν έπαιξε απλώς μπάλα. Έκανε μάθημα. Και αυτό το μάθημα θα μπορούσε να έχει ως τίτλο Η τέχνη της κάθετης πάσας. Κάθε φορά που η μπάλα έβγαινε από το δεξί του πόδι, η αντίπαλη άμυνα δεν γνώριζε που πρέπει να σταθεί, τι πρέπει να κάνει. Ήταν δημιουργός αλλά και εκτελεστής, εργάτης και καλλιτέχνης, ο αθόρυβος ήρωας μιας εποχής που συχνά μπέρδευε τη λάμψη με την ουσία.
Η δεκαετία του στη Σίτι τα είχε όλα: έξι πρωταθλήματα, δύο Κύπελλα Αγγλίας, πέντε League Cup και, φυσικά, το πολυπόθητο Champions League του 2023. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την ασύλληπτη ασίστ του στον Haaland κόντρα στην Arsenal το 2022, ή τη μαγική του εμφάνιση στο ντέρμπι του Mάντσεστερ το 2021;
Κάθε τίτλος είχε το αποτύπωμά του. Ακόμα και στους τελικούς όπου τραυματιζόταν, η παρουσία του είχε ήδη δώσει ρυθμό και ταυτότητα στην ομάδα.
Αλλά πέρα από τους αριθμούς, ήταν το στυλ. Ο τρόπος που έτρεχε, σαν να ξέρει πάντα πού θα σκάσει η μπάλα. Οι γωνίες που έβρισκε για να περάσει πάσα σε συμπαίκτες που δεν είχαν καν προλάβει να κάνουν την κίνηση. Η σωματική του φθορά τα τελευταία δύο χρόνια, με τραυματισμούς που τον έβγαλαν νοκ-άουτ για μήνες, δεν έσβησε την αύρα του. Αντίθετα, έκανε πιο εμφανές το κενό που άφηνε πίσω του κάθε φορά που απουσίαζε.
Τώρα, στα 33 του, φεύγει. Όχι για να κρεμάσει τα παπούτσια, αλλά για να ψάξει μια τελευταία ποδοσφαιρική περιπέτεια – είτε στις ΗΠΑ με τη νεοσύστατη ομάδα του Σαν Ντιέγκο, είτε στη Σαουδική Αραβία, εκεί όπου τα πετροδόλαρα ρέουν άφθονα. Όπου κι αν πάει, όμως, κανείς δεν θα θυμάται τα μελλοντικά του γκολ. Όλοι θα μιλούν για την ποίηση που έγραψε στο Μάντσεστερ.
Οι Βρετανοί τον αποχαιρετούν με δέος. Οι Βέλγοι με υπερηφάνεια. Οι Αμερικανοί περιμένουν στη γωνία με ενθουσιασμό. Αλλά οι φίλοι της Σίτι νιώθουν κάτι παραπάνω: νιώθουν ότι χάνουν ένα κομμάτι του εαυτού τους. Γιατί ο De Bruyne ήταν πάντα εκεί, είτε χιόνιζε είτε έκαιγε ο ήλιος του Μαΐου, με τα μανίκια σηκωμένα και το βλέμμα καρφωμένο στον στόχο.
Η δήλωσή του ήταν λιτή, γεμάτη σεβασμό: «Το Manchester είναι το σπίτι της οικογένειάς μου. Θα είμαι πάντα ευγνώμον». Δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα. Όλοι ξέρουν ότι το άγαλμα έξω από το Etihad είναι ζήτημα χρόνου. Ο Pep Guardiola, άλλωστε, τον χαρακτήρισε κάποτε ως τον εγκέφαλος της ομάδας του. Όχι τυχαία.
Σε κάθε αγώνα, ο De Bruyne έβλεπε το παιχνίδι ένα κλικ πιο γρήγορα από όλους. Οι συμπαίκτες του, από τον David Silva μέχρι τον Grealish, συχνά μιλούσαν με δέος για την ικανότητά του να «μαρκάρει» το γήπεδο με την πάσα του πριν ακόμα φτάσει η μπάλα στα πόδια του. Ήταν ο πιο σιωπηλός αρχηγός μιας ομάδας γεμάτης αστέρες. Το ίδιο και η θέση του στο πάνθεον των μεγαλύτερων μέσων στην ιστορία της Premier League.
Ο Kevin De Bruyne δεν έπαιξε για το χειροκρότημα. Οι συμπαίκτες του μιλούσαν πάντα για τη σιωπηλή του ηγεσία, για την ικανότητά του να ανεβάζει την ομάδα απλώς με το βλέμμα ή με μια πάσα που έσκιζε το γήπεδο στα δύο. Έπαιξε για την τελειότητα. Και κάποιες φορές, την άγγιξε. Γι’ αυτό και θα μείνει. Στο χορτάρι. Στη μνήμη. Στην ψυχή του ποδοσφαίρου.